Κέντρο Ξένων ΓλωσσώνΑΙΝΕΙΑΣ ΚΟΚΚΙΝΕΑΣΑΓΓΛΙΚΑ · ΓΑΛΛΙΚΑ · ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΙΑ ΞΕΝΟΥΣ

Το μαγεμένο ψάρι

22.09.2026  ·  ΑΝΑΓΝΩΣΗ 5′

Μια φορά κι’ έναν καιρό ζούσαν δύο παιδάκια, δύο φίλοι αχώριστοι: ο Γιωργάκης, ας πούμε, και ο Πετράκης.

Όσο καλός ήταν ο Γιωργάκης, τόσο ζαβολιάρης ήταν ο Πετράκης. Πάντοτε τα παιχνίδια τους άρχιζαν καλά και πάντοτε στο τέλος ο Πετράκης θα εύρισκε τρόπο να γελάσει τον Γιωργάκη. Θα πείτε: Τι αξία έχει ένα γέλασμα στο παιχνίδι, προ πάντων όταν γίνεται με πράγματα που δεν έχουν καμιά αξία, όπως είναι όλα τα παιχνίδια των πολύ φτωχών παιδιών, γιατί ήτανε πολύ φτωχά και τα δύο παιδάκια της ιστορίας μας. Σύμφωνοι! Πετραδάκια, κανένα παλιό κουμπί, καμιά παλιά χαλκομανία, κανένα παλιό κουτί από άδεια τσιγάρα, ήταν ό,τι με κατεργαριές θα κέρδιζε ο πονηρός ο Πετράκης. Τι αξία είχε, λοιπόν, αν ήταν ή δεν ήταν ζαβολιάρης; Ο μεγάλος, όμως, άνθρωπος, από μικρός συνηθίζει. Κι’ αν κοροϊδέψει σήμερα για τα μικρά, αύριο θα κοροϊδέψει για τα μεγάλα, χωρίς να υπολογίσει ότι καμιά φορά, τα παιχνίδια των πολύ μικρών, των πολύ φτωχών παιδιών, μπορούν στο τέλος νάχουν μεγάλη αξία. Έτσι έγινε μια μέρα με ένα από τα παιχνίδια του Γιωργάκη και του Πετράκη:

Το παιχνίδι άρχισε έτσι: Όταν συναντηθήκανε ένα μεσημέρι ζεστό του καλοκαιριού οι δύο φίλοι στους σκονισμένους δρόμους του χωριού, είπε χαρούμενος ο Γιωργάκης:

— Χθες που δεν ήθελες να πας μαζί μου στην ακρογιαλιά, κι’ έπαιξα μόνος μου, κοίτα τι βρήκα!…

— Τι είν’ αυτό;

— Ένα μεγάλο αγκίστρι, μαζί με την πετονιά του! Και λέω σήμερα να πάμε να ψαρέψουμε…

— Κουτέ! Δεν φθάνουν αυτά! Χρειαζόμαστε και δολώματα…

— Θα μαζέψουμε πεταλίδες, κοχυλάκια και καβούρια απ’ την ακροθαλασσιά. Έτσι δεν κάνουν οι ψαράδες;

— Ναι, αλλά αυτοί οι ψαράδες έχουν κι’ ένα καλάμι όπου δένουν την πετονιά… Έχω ένα καλάμι στην αυλή μου. Μέχρι να πάω και να’ρθω, εσύ μάζεψε δολώματα, λέει ο πονηρός Πετράκης.

Και παίρνει δρόμο και σε λίγο φέρνει το καλάμι. Δολώνουν, ρίχνουν το αγκίστρι.

— Έ, και να πιάναμε ένα… μαγεμένο ψάρι! λέει ο πονηρός Πετράκης.

— Μαγεμένο;… Πώς είναι τα μαγεμένα ψάρια; ρωτάει μ’ απορία ο Γιωργάκης.

— Κουτέ! Δεν έχεις ακούσει στα παραμύθια, που άμα πιάσεις μαγεμένο ψάρι, αυτό μπορεί να ήταν βασιλόπουλο; Ξαναγίνεται, λοιπόν, βασιλόπουλο, σε πάει στο παλάτι του, σε ντύνει βασιλικά και σένα, άσε που θα σου δώσει να φας γλυκά όσα θέλεις…

— Αχ! Ας πιάναμε ένα τέτοιο μαγεμένο ψάρι! λέει ο Γιωργάκης. Έχω να φάω γλυκό από τη Λαμπρή…

— Τώρα αν μ’ ερωτήσεις εμένα, λέει ο Πετράκης, κουνώντας το καλάμι, όλα αυτά δεν τα πολυπιστεύω… Είναι παραμύθια… Γι’ αυτό, ας πιάσω ένα μεγάλο ψάρι και σου λέω εγώ! Πρώτα θα ψήσω ένα μεγάλο κομμάτι… Δες εδώ! Πήρα απ’ το σπίτι και… σπίρτα. Κι’ έπειτα πουλάω το μισό και παίρνω όσα γλυκά θέλω, κι’ ας μου λείπουν τα μαγεμένα ψάρια…

Ώρες πάλευαν στη ντάλα του μεσημεριού. Στο τέλος έβγαλαν έναν ψάρακα τόσο μεγάλο!…

— Όπως το’λεγα! λέει ο Πετράκης. Δες… Δεν είναι μαγεμένο. Δεν μιλάει ανθρωπινά. Τώρα θα το πάρω και…

— Πώς θα το πάρεις; Δεν θα το μοιράσουμε, Πετράκη;

— Γιατί να το μοιράσουμε; Τι κάνει δηλαδή, να πάρεις εσύ. Έβαλες ένα αγκίστρι, ένα καλάμι. Λοιπόν, θα πάρει ο καθένας τόσο ψάρι, όσο ήταν αυτό που έβαλε… Ας μετρήσουμε. Λοιπόν, το ψάρι με το καλάμι μου!

— Ού! Μακάρι νάταν τόσο μεγάλο και να περίσσευε να σου δίνα και σένα… Αλλά επειδή είμαι καλός, πάρε ένα μεγάλο λέπι του ψαριού, για να θυμάμαι πώς το πιάσαμε…

Αυτά λέει ο πονηρός ο Πετράκης και φεύγει…

Τον ακολουθεί κάμποσο κλαίγοντας ο Γιωργάκης. Ύστερα, τον χάνει μέσα στα θερισμένα χωράφια. Κατακουρασμένος, πέφτει στον ίσκιο ενός δέντρου κι’ αποκοιμιέται. Βλέπει τάχα στ’ όνειρό του πως ξαφνικά, το λέπι φούσκωσε, μεγάλωσε, πήρε σχήμα, έγινε βασιλόπουλο.

— Κρύψε με! του λέει. Με κυνηγάει μια μάγισσα!…

Το κρύβει, ξεριζώνοντας καλαμιές και σκεπάζοντάς το. Εκείνη τη στιγμή, έρχεται η κακή μάγισσα. Έμοιαζε του Πετράκη. Του λέει:

— Ώστε τ’ έκρυψες; Στάσου να σου δείξω!

Και βάζει φωτιά με την πύρινη γλώσσα της στις καλαμιές για να τον τρομοκρατήσει! Ο Γιωργάκης ταράχτηκε… Πετάγεται απάνω! Ξυπνάει, τι να δει! Οι καλαμιές είχαν πάρει φωτιά κι’ είχε φθάσει ως τα πόδια του! Δεν ήταν όνειρο…

Κι’ η φωτιά μεγάλωνε! Στην αρχή ζαλίστηκε. Τα’χασε. Μα σαν έξυπνο παιδί που ήταν, στην αρχή προσπάθησε να σβήσει τη φωτιά. Και σαν είδε πως δεν τα κατάφερνε, έτρεχε και φώναζε:

— Φωτιά! Τρέξτε άνθρωποι! Φωτιά!…

Έτσι έφθασε φωνάζοντας σ’ ένα μεγάλο σπίτι, ένα σωστό παλάτι. Ξύπνησαν οι άνθρωποι του σπιτιού απ’ τον μεσημεριάτικο ύπνο τους, τρέξανε μαζί με τον Γιωργάκη και με κόπο έσβησαν τη φωτιά πάνω που έφθανε στον μανδρότοιχο. Όταν έσβησε η φωτιά, απ’ το μεγάλο σπίτι βγήκε ένας αρχοντάνθρωπος, κι’ αφού έμαθε τι έγινε, είπε:

— Πάρτε αυτό το παιδάκι. Πλύνετέ το, φορέστε του ολοκαίνουργια ρούχα και παπούτσια, βάλτε του να φάει και να πιει. Δώστε του κι’ όσα γλυκά θέλει…

Αφού πλύθηκε, ντύθηκε σαν αρχοντόπουλο κι’ έφαγε κι’ ήπιε ο Γιωργάκης, ήλθε ο άνθρωπος αυτός να τον ρωτήσει διάφορα πράγματα: τίνος είναι, πώς τα περνάνε στο σπίτι τους και άλλα πολλά!

Στο τέλος, του είπε:

— Σύρε, παιδί μου, στο καλό! Αν εσύ δεν ήσουν, τα δέντρα του κήπου θα παίρνανε φωτιά και το σπίτι μου θα γινόταν στάχτη. Πες στους γονείς σου να ’ρθουν εδώ, να καθήσουν σ’ αυτό το μεγάλο σπίτι. Το καλοκαίρι θάμαστε μαζί. Τον χειμώνα, που θα φεύγουμε, εσείς θα το φυλάτε. Θα’ναι δικό σας. Θα παίρνετε όλοι μισθό! Κι’ ήθελα, ξέρεις, μια καλή και τίμια οικογένεια για φύλακες και κηπουρούς…

Έγινε έτσι. Σήμερα η οικογένεια του Γιωργάκη περνάει πολύ καλά. Κι’ ο Γιωργάκης το ίδιο…

Ποτέ δεν έμαθε, όμως, ότι όλα αυτά τα χρώσταγε στις ζαβολιές του φίλου του, του πονηρού Πετράκη, που άναψε φωτιά για να ψήσει ένα κομμάτι ψάρι. Αλλά, κατόπιν δεν την έσβησε, σαν άτακτο παιδί που ήταν, η φωτιά μεγάλωσε, κι’ έγιναν όσα σας είπαμε…

Ο Πετράκης το ξέρει, μα πού να το μαρτυρήσει! Σας παρακαλούμε κι’ εμείς να μη το μαρτυρήσετε γιατί ύστερα απ’ αυτό, ο Πετράκης έγινε ήσυχο παιδί και έτσι όλοι περάσανε καλά κι’ εμείς καλύτερα…

ΤΙΤΟΣ ΑΙΝΕΙΑΣ

Ψάχνετε το κατάλληλο τμήμα;

Πείτε μας ηλικία, επίπεδο και στόχο — θα σας καθοδηγήσουμε χωρίς δέσμευση.