Κέντρο Ξένων ΓλωσσώνΑΙΝΕΙΑΣ ΚΟΚΚΙΝΕΑΣΑΓΓΛΙΚΑ · ΓΑΛΛΙΚΑ · ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΙΑ ΞΕΝΟΥΣ

Το δαχτυλίδι του βασιλιά

22.09.2026  ·  ΑΝΑΓΝΩΣΗ 5′

Μια φορά κι’ έναν καιρό ήτανε τρεις φίλοι, οι δυο μεγαλύτεροι ήταν τεμπέληδες, ο μικρότερος, όμως, ήταν ένα εργατικό και καλό παιδί. Δούλευε σ’ ένα μαγαζί, κι’ όταν σχολούσε, έλεγε στους φίλους του:

— Κρίμα είναι να μη δουλεύετε. Είσαστε γερά και όμορφα παιδιά και μπορείτε να βρείτε μια δουλειά να κερδίζετε το ψωμί σας.

Κι’ οι δυο όμως τού απαντούσαν:

— Εδώ στη μικρή πολιτεία που ζούμε ντρεπόμαστε να δουλεύουμε. Θέλουμε να πάμε στην πρωτεύουσα. Μάθαμε πως ο βασιλιάς θέλει φρουρούς για το παλάτι του. Εμείς, όπως το είπες, γεροί κι’ όμορφοι όπως είμαστε, θα τα καταφέρουμε να γίνουμε φρουροί του βασιλιά… Αλλά δεν έχουμε χρήματα να πάμε.

Το λέγανε επίτηδες πως δεν είχαν χρήματα, γιατί ήξεραν πως ο μικρός τους φίλος είχε τις οικονομίες του από τη δουλειά του και ήταν φιλότιμο και καλόκαρδο παιδί και θα τους τις έδινε. Πραγματικά, μια μέρα τους λέει:

— Ελάτε να φύγουμε. Εγώ έχω χρήματα, που θα μας φθάσουν μέχρι να πάμε στην μακρινή πρωτεύουσα…

Ξεκινάνε… Δρόμο παίρνουν, δρόμο αφήνουν, μέρες περπατούν. Ένα καταμεσήμερο, κουρασμένοι, φθάνουν σε μια πηγή που την σκέπαζε ένας μεγάλος πλάτανος. Λένε:

— Ας καθήσουμε εδώ να φάμε και να κοιμηθούμε λίγο…

Κοιμηθήκανε, φάγανε, ο μικρός κοιμήθηκε. Οι άλλοι όχι, γιατί είχανε το σχέδιό τους. Είχανε κρυφοκουβεντιάσει προηγουμένως κι’ είχαν αποφασίσει:

— Καλύτερα να μην πάμε μαζί μ’ αυτόν. Αυτός είναι έξυπνος κι’ εργατικός και αν εμείς γίνουμε στρατιώτες στο βασιλικό παλάτι, αυτός θα γίνει αξιωματικός. Ας του πάρουμε, λοιπόν, τα χρήματα όταν κοιμηθεί και ας τον παρατήσουμε ώστε να μην μπορέσει να’ρθει να μας βρει…

Έτσι κι’ έκαναν. Του πήραν τα χρήματα, τον παράτησαν κι’ αγοράσανε μ’ αυτά μια άμαξα. Φθάσανε στο παλάτι.

Εκεί τους πήραν στη φρουρά του βασιλιά. Ντυθήκανε την όμορφη στολή τους, παίρνανε και το μισθό τους. Δεν τους έφθανε, όμως, γιατί ξοδεύανε πολλά, παίζοντας χαρτιά και ξοδεύοντας σε γλέντια όσα κέρδιζαν.

Πέρασαν έτσι ένα, πέρασαν δύο, πέρασαν τρία χρόνια. Και καμιά φορά, μιλούσανε για τον φίλο τους και λέγανε:

— Τι να έγινε, άραγε; Λες να χάθηκε μέσα στο δάσος;

— Όχι. Θα γύρισε στο χωριό του.

Κι’ έτσι ησύχαζαν και γλεντούσαν. Μα τα χρέη τους γίνανε στο τέλος πολλά, και οι δανειστές τους τούς φοβερίζανε πως, αν δεν πληρώσουν, θα τους πάνε στον βασιλιά. Αποφάσισαν, λοιπόν, να βρούνε τρόπο να ξεφύγουν. Και μια μέρα τούς δόθηκε μια ευκαιρία: Κάποιοι είχανε έρθει και είπανε πως ο βασιλιάς αποφάσισε να πάει στη θάλασσα να δροσιστεί.

Πήγε. Πριν πέσει στο νερό, έβγαλε το πολύτιμο δαχτυλίδι του, που μ’ αυτό σφράγιζε κι’ όλες τις διαταγές του, και το άφησε σ’ ένα βραχάκι. Οι δυο φίλοι ήταν σε μικρή απόσταση κι’ είχαν διαταγές να φρουρούνε τον βασιλιά.

Όταν λοιπόν ο βασιλιάς μπήκε στη θάλασσα, πήγε ο ένας κρυφά και πήρε το δαχτυλίδι. Το’δωσε αμέσως στον άλλον:

— Τρέξε, του λέει, στον Εβραίο που αγοράζει κλοπιμαία. Πούλησέ το, πλήρωσε τα χρέη μας και ξαναέλα γρήγορα!

Ώσπου να κάνει το μπάνιο του ο βασιλιάς, ο ένας, πήγε, πούλησε το δαχτυλίδι, πλήρωσε τα χρέη και ξαναγύρισε. Συμφωνήσανε κι’ είπανε:

— Αν ζητήσει ο βασιλιάς το δαχτυλίδι του, θα λέμε πως το φορούσε όταν έπεσε στη θάλασσα και του’πεσε εκεί. Και φυλακή να μας βάλουν, τα ίδια θα λέμε…

Όταν ο βασιλιάς ζήτησε το δαχτυλίδι του και τους κάλεσε, είπαν ό,τι είχαν συμφωνήσει.

Ο βασιλιάς όμως θύμωσε πολύ και τους λέει:

— Θυμάμαι πολύ καλά ότι το άφησα εδώ στο βραχάκι. Πέρασε κανείς από δω;

— Όχι, Μεγαλειότατε!

— Τότε σεις το πήρατε κι’ αν ως αύριο δεν το φέρετε, θα σας βάλω φυλακή.

Και διέταξε και τους βάλανε στη φυλακή.

Αυτοί στην αρχή δεν το πήραν κατάκαρδα. Ύστερα, όμως, φοβηθήκανε. Όμως, αποφασίσανε να μην ομολογήσουν.

Ο βασιλιάς θύμωνε πολύ, γιατί θυμόταν πού είχε βάλει το δαχτυλίδι πριν πέσει στη θάλασσα.

Ο βασιλιάς ήτανε τόσο θυμωμένος και τους είπε ότι δεν πρόκειται να βγούνε ποτέ από τη φυλακή. Έκλαψαν πικρά δάκρυα, αλλά συμφώνησαν να μείνουν για πάντα φυλακισμένοι χωρίς να ομολογήσουν πως ήταν αυτοί οι κλέφτες.

Το βράδυ ήλθε στη φυλακή τους ο βασιλιάς. Τους λέει:

— Μαρτυρήστε τι κάνατε με το δαχτυλίδι μου και μπορεί να σας απελευθερώσω.

— Μεγαλειότατε, του λένε, σας έπεσε στη θάλασσα. Κι’ άδικα θα μας κρεμάσετε!

Έφυγε ο βασιλιάς. Στενοχωρημένος κάθησε να φάει στο βασιλικό του τραπέζι.

Ο αρχιμάγειρός του, ένας γέρος με μεγάλα γένεια, του’φερε ένα φρέσκο και μεγάλο ψάρι. Πάει ο βασιλιάς να το ανοίξει, πετάγεται από την κοιλιά του ψαριού το δαχτυλίδι του!

— Θεέ μου! Φωνάζει ο βασιλιάς. Θα σκότωνα δυο αθώους! Μου’πεσε στη θάλασσα το δαχτυλίδι και το έφαγε αυτό το ψάρι!

Αμέσως δίνει διαταγή να παρουσιαστούν μπροστά του οι δυο φίλοι, που είχαν ζητήσει εν τω μεταξύ να μάθουν για τον φίλο τους, μα κανείς δεν τον είχε ξαναδεί.

— Πάει! Λένε. Τον χάθηκε ολότελα στο δάσος. Ο Θεός ποτέ, δεν θα μας το συγχωρήσει αυτό!…

Και πήγανε σ’ ένα μοναστήρι και εξομολογήθηκαν κλαίγοντας κι’ ορκίστηκαν στο Θεό, ότι από δω και πέρα, θα γίνονταν άνθρωποι καλοί.

Από το μοναστήρι γύρισαν στο χωριό τους ξαλαφρωμένοι κι’ αποφασισμένοι να γίνουν, έστω αργά, άνθρωποι καλοί. Μόλις, όμως, έφθασαν εκεί, αντίκρυσαν κατάπληκτοι τον φίλο τους.

— Μόλις έφθασα κι’ εγώ! Τους λέει.

Κλαίγοντας, τον φιλούσαν και του ζητούσαν να τους συγχωρήσει που τον άφησαν στην ερημιά.

Αυτός τότε τούς λέει:

— Εγώ σας αγαπούσα, εσείς όχι. Αν ο άνθρωπος, όμως, δεν αγαπά κανέναν, μπορεί να χάσει και τη ζωή του ακόμη, όπως παρά λίγο να την χάνατε κι’ εσείς.

— Ώστε ξέρεις τι έγινε; του λένε.

— Το ξέρω, γιατί έδωσα τους μισθούς μου τριών χρόνων για να ξαναγοράσω το δαχτυλίδι του βασιλιά που πουλήσατε στον Εβραίο!

Οι άλλοι τον κοίταζαν σαν χαμένοι.

— Μη σας φαίνεται παράξενο, τους λέει. Θαύματα δεν γίνονται. Θαύματα, όμως, κάνει η αγάπη.

Όταν μ’ αφήσατε, ταλαιπωρήθηκα πολύ, μα έφθασα στην πρωτεύουσα. Σας είδα καμαρωτούς να φυλάτε φρουρά στο παλάτι. Ντράπηκα για λογαριασμό σας, φόρεσα ψεύτικα γένια, κι’ έπιασα δουλειά στο παλάτι. Όλοι με νόμιζαν γέρο. Κι’ εσείς το ίδιο. Μάθαινα τη ζωή που κάνατε και λυπόμουν. Στο μεταξύ μάζευα τους μισθούς μου, και να που χρειάστηκαν για ν’ αγοράσω το δαχτυλίδι και να το βάλω στο ψάρι του βασιλιά. Ήξερα ότι ο Εβραίος αγοράζει τέτοιου είδους πράγματα…

— Πάμε στον βασιλιά να του τα πούμε όλα! λένε οι φίλοι του.

— Ας μας τιμωρήσει! Πρέπει να τα μάθει, όμως, όλα, για να δει πόσο καλοί άνθρωποι υπάρχουν στον κόσμο…

Πήγαν. Με συντριβή τού τα ωμολόγησαν. Ο βασιλιάς τούς συγχώρησε. Τώρα, ο μικρότερος είναι χωρίς γένια, έμπιστος σύμβουλος του βασιλιά, κι’ οι άλλοι ποτέ πια δεν έκαναν κακό σε κανέναν…

ΤΙΤΟΣ ΑΙΝΕΙΑΣ

Ψάχνετε το κατάλληλο τμήμα;

Πείτε μας ηλικία, επίπεδο και στόχο — θα σας καθοδηγήσουμε χωρίς δέσμευση.