Κέντρο Ξένων ΓλωσσώνΑΙΝΕΙΑΣ ΚΟΚΚΙΝΕΑΣΑΓΓΛΙΚΑ · ΓΑΛΛΙΚΑ · ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΙΑ ΞΕΝΟΥΣ

Πάμε να φάμε άλογα

16.09.2026  ·  ΑΝΑΓΝΩΣΗ 3′

ΜΙΑ ΦΟΡΑ κι’ έναν καιρό

Ο λύκος πήγαινε βιαστικός και πεινασμένος για κυνήγι. Στο δρόμο που πήγαινε βρίσκει την κουμπάρα του την κυρά Μαργιά, την αλεπού κι’ αρχίζουνε τις χαιρετούρες:

— Γειά σου κυρά Μαργιά.

— Καλώς τον κυρ Λύκο. Γιατί πηγαίνεις έτσι βιαστικός;

— Πεινάω κυρά Μαργιά μου και πάω στο κυνήγι. Έρχεσαι και σύ;

— Και τι καλό θα φάμε;

— Άλογα!

— Άλογα; Και μπορώ εγώ να παλαιψω μ’ άλογα; Νάταν για κοτούλες…

— Μα συ κουμπάρα μου δεν θα παλαίψης. Μόνο θα φάς.

— Αν είναι έτσι…

— Άκουσε όμως: «Όταν θα βρούμε τ’ άλογο, εγώ θ’ αρχίσω να χορεύω για να γλεντήσω με το χορό και να γίνω δυνατός. Λοιπόν, όταν εγώ χορεύω, εσύ θα με κοιτάζης. Κι’ όταν θα δής τα μάτια μου να κοκκινίσουν σαν κάρβουνα αναμμένα και να φυσάη η μύτη μου σαν φυσερέ τότε να μου πής: «Τα μάτια σου κοκκινίσαν κ’ η μύτη σου φυσάει».

Τότε θα καταλάβω εγώ πώς έχω αγριέψει αρκετά, θαρράξω ένα άλογο και θα το φάμε.

— Καλά κουμπάρε μου. Καλά.

Δρόμο παίρνουνε, δρόμο αφήνουνε, φθάνουν σ’ ένα λιβάδι που βόσκουνε ένα κοπάδι άγρια άλογα. Τότε ο λύκος αρχίζει να χορεύει και να πηδάει και κάθε τόσο να ρωτά:

— Κοκκινίσαν τα μάτια μου; Η μύτη μου φυσάει;

— Όχι ακόμη κουμπάρακο μου… Όχι ακόμη.

Απαντούσε η αλεπού.

Μέχρι που ανασηκώθηκαν οι αγριότριχες του λύκου, τα μάτια του κοκκινίσαν κ’ η μύτη του φυσούσε δυνατά. Χαρούμενη τότε η αλεπού φωνάζει:

— Τα μάτια σου κοκκινίσαν κ’ η μύτη σου φυσάει!

Ορμά ευθύς ο αγριεμένος λύκος, αρπάζει ένα άγριο άλογο από το σβέρκο. Σε λίγη ώρα φάγανε όσο μπορούσαν μ’ την αλεπού κι’ έφυγαν χορτασμένοι.

Την άλλη μέρα σαν επείνασεν η αλεπού, πηγαίνει και βρίσκει έναν σκαντζόχοιρο.

— Γειά σου σκαντζοχοιράκο…

— Καλώς την αλεπού…

— Πάμε να φάμε… άλογα;

— Τί λες κυρά Μαργιά μου; Άλογα εγώ!

— Ω! Μη σε νοιάζει! Σύ μόνο που θα φάς. Θα με κοιτάξης μοναχά, όταν θ’ αρχίσω το χορό, να μου πής: «Κοκκίνισαν τα μάτια σου κι’ η μύτη σου φυσάει».

— Τότε πάμε, λέει παρασυρμένος ο σκαντζόχοιρος.

Πάνε στο λειβάδι με τ’ άγρια άλογα κι’ η αλεπού αρχίζει το χορό. Χορεύοντας ρωτούσε κάθε τόσο τον σκαντζόχοιρο:

— Κοκκίνισαν τα μάτια μου; Η μύτη μου φυσάει;

— Όχι ακόμη κυρά αλεπού. Όχι ακόμη.

Τον ρώτησε μία, τον ρώτησε δύο και τρείς και τέσσερες φορές μά σκαντζόχοιρος πάλι τής απαντούσε:

— Όχι ακόμη.

Η αλεπού όμως πού άρχισε να κουράζεται και να λαχανιάζει απ’ τα πολλά πηδήματα κι’ απ’ τους πολλούς χορούς, λέει αγριεμένη στο σκαντζόχοιρο:

— Άκουσε να σού πώ! Δεν σ’ έφερα εδώ για να μού λές όχι κι’ όχι… Όταν θα σε ξαναρωτήσω, μή μού πής όχι, γιατί θα σε φάω!

Χορεύει καμπόσο ακόμη πεισμωμένη η αλεπού και πάλι ρωτά αγριεμένη τον σκαντζόχοιρο. Κι’ αυτός όπως τού είχε πη τής λέει:

— Τα μάτια σου κοκκινίσαν κ’ η μύτη σου φυσάει.

Αμέσως τότε η αλεπού τρέχει κι’ αρπάζει ένα άλογο… απ’ την ουρά!

Ξαφνιασμένο το άλογο τής δίνει μια δυνατή κλωτσιά στο κεφάλι και την πετάει δέκα μέτρα πέρα!

Τρέχει στην συντρόφισσά του ο σκαντζόχοιρος, την βλέπει με κόκκινα μάτια και να ανασαίνει βαριά.

— Τώρα μάλιστα! της λέει. Τώρα πραγματικά τα μάτια σου κοκκινίσαν κ’ η μύτη σου φλόγες πετάει…

Και κουνώντας κοροϊδευτικά το κεφάλι του το μικρό αγκανθωτό ζωάκι, έφυγε αφήνοντας την αλεπού να μουγκρίζει από τον πόνο.

Από τα εγκεκριμένα γιά όλους τούς κρατικούς παιδικούς σταθμούς και νηπιοτροφεία τής Ελλάδος «ΕΥΘΥΜΑ ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΠΑΡΑΜΥΘΙΑ» τού κ. Τίτου Αινεία.

Ψάχνετε το κατάλληλο τμήμα;

Πείτε μας ηλικία, επίπεδο και στόχο — θα σας καθοδηγήσουμε χωρίς δέσμευση.