ΜΙΑ ΦΟΡΑ κι’ έναν καιρό
σ’ ένα μικρό ξερονήσι ζούσε ένας ψαράς. Όσα ψάρια έπιανε, τα πήγαινε με τη βαρκούλα του στην αντικρινή στεριά. Τα πουλούσε, αγόραζε ό,τι είχε ανάγκη για να περάσει τις μέρες του, κι’ όσα χρήματα του περίσσευαν, τα φύλαγε σ’ ένα πουγγί.
Δυὸ στεριανοὶ ψαράδες τον ζήλεψαν. Λένε λοιπόν, μεταξύ τους:
— Αυτός, για να φέρνη κάθε μέρα ψάρια, φαίνεται πως έχει βρει στο ξερονήσι κάποιον ψαρότοπο. Πρέπει, το λοιπόν, να πάμε κι’ εμείς εκεί για να ψαρεύουμε με όπου ψαρεύει.
Πάνε. Τον βρίσκουν να ψαρεύει στα ανατολικά του νησιού. Του λένε άγρια:
— Φύγε από δω, γιατί θα ψαρέψουμε εμείς!
— Μετά χαράς, λέει ο αγαθός ψαράς. Η θάλασσα έχει για όλον τον κόσμο ψάρια.
Και φεύγει και πάει στα δυτικά του ξερονησιού.
Ψαρεύουν όλη την ημέρα οι στεριανοὶ ψαράδες, δεν πιάνουν τίποτε.
Πάνε να δουν τι έκαμε ο ψαράς του ξερονησιού, βλέπουν πως έχει πιάσει μισή βάρκα ψάρια.
«Φαίνεται», λένε, «ότι εδώ είναι ο ψαρότοπος. Ας τον διώξουμε».
Του λένε, λοιπόν, αγριεμένοι:
— Να φύγεις από δω, γιατί αύριο θα ψαρέψουμε εμείς σ’ αυτό το μέρος.
— Μετά χαράς, λέει ο αγαθός ψαράς. Η θάλασσα έχει για όλον τον κόσμο ψάρια!
Αλλά και την άλλη μέρα, την παράλλη, κι’ όλες τις ημέρες που έδιωχναν τον ψαρά του ξερονησιού οι στεριανοὶ ψαράδες, από τα μέρη που ψάρευε, δεν μπορούσαν να πιάσουν ψάρι, ενώ αυτός όπου πήγαινε, γιόμιζε τη βάρκα του ψάρια.
Τον ρωτάνε, λοιπόν, παραξενεμένοι:
— Δε μας λες και μας, το μυστικό σου; Εμείς με τα ίδια εργαλεία ψαρεύουμε. Πώς εσύ καταφέρνεις να πιάνης ψάρια κι’ εμείς δεν πιάνουμε τίποτε;
— Δεν έχω κανένα σύντεχνο, τους λέει. Μόνο πριν αρχίσω το ψάρεμα, κάνω το σταυρό μου.
— Κουταμάρες! λένε οι ψαράδες της στεριάς. Τα ψάρια δεν ξέρουνε από σταυρούς και προσευχές. Φαίνεται πως είσαι τυχερός… Και με την τύχη που έχεις, σίγουρα θ’άχεις γιομίσει το πουγγί σου.
— Έχω όσα μου δίνει ο Θεός, είπε ο φτωχός ψαράς.
— Ο Θεός, άλλη δουλειά δεν έχει παρά να δίνει ψάρια; του λένε θυμωμένοι.
Και μπαίνουν στη βάρκα τους και φεύγουν.
… Πέρασε το καλοκαίρι, ήρθε ο χειμώνας. Τώρα ήταν άγρια κι’ ο ψαράς καθόταν στην ψαροκαλύβα του και ζεσταινόταν στη φωτιά του. Μια νύχτα θεοσκότεινη, ακούει χτυπήματα στην πόρτα του.
— Άνοιξε και θα βοηθήσουμε τον αφέντη μου τον αρχιστράτηγο! Aκούει να του λέει.
Ανοίγει, βλέπει έναν αξιολύπητο ναυαγό.
— Ναυάγησε το βασιλικό μας πλοίο, του λέει, κι’ ο αφέντης μου, αρχιστράτηγος του βασιλιά, είναι κάτω στα βράχια μισοπεθαμένος.
Τρέχει ο ψαράς, βρίσκει έναν άνθρωπο με μεγάλα γένια στην ακτή. Τον παίρνει στην πλάτη του, τον φέρνει στην καλύβα του. Περιποιείται τους δυο ναυαγούς.
Όταν συνήλθαν, του λέει ο αρχιστράτηγος:
— Πρέπει να φύγουμε αμέσως. Είχα μια εμπιστευτική αποστολή και πρέπει να πάω αμέσως στο βασιλιά μου. Αλλά κανείς δεν πρέπει να το μάθη. Δεν θα πρέπει να το μάθη κανείς πριν περάσουν έξι μήνες. Γιατί, έξι μήνες θα χρειαστούμε να πάμε στην πρωτεύουσα.
— Μη φοβάσαι, λέει ο ψαράς. Λέξη δεν θα βγάλω.
— Μετά έξι μήνες, θα ξεκινήσης, να ‘ρθεις στο παλάτι.
— Εγώ; Για ποιο λόγο; ρωτά ο ψαράς παραξενεμένος.
— Γιατί, για το καλό που μου έκανες, θα σου δώσω ένα χαρτί. Θα πας αυτό το χαρτί στον βασιλιά, και θα σου δώση φιρμάνι που θα σου χαρίζη αυτό το νησί, να’ ναι ολότελα δικό σου. Θα του γράψω να σου δώσει κι’ ένα τρικάταρτο καΐκι…
Και βγάζει ο αρχιστράτηγος ένα χαρτί από τον κόρφο του, το στεγνώνει στη φωτιά, γράφει πάνω σ’ αυτό, το σφραγίζει και του το δίνει.
— Ευχαριστώ πολύ, λέει ο ψαράς. Ο Θεός να σας βοηθήση να φθάσετε με το καλό στο παλάτι.
— Πρέπει όμως και εσύ να μας βοηθήσεις, λέει ο αρχιστράτηγος. Χρειαζόμαστε ρούχα και χρήματα για να φθάσουμε. Δεν μπορούμε να ζητήσουμε από αλλού, γιατί δεν πρέπει να αντιληφθούν την παρουσία μας.
— Εγώ θα σας δώσω, λέει ο ψαράς. Νά! Πάρτε αυτά τα ξερούχα, πάρτε και το πουγγί μου. Έχει αρκετά μέσα. Είναι οι οικονομίες όλης μου της ζωής.
— Αυτά θα σου τα επιστρέψουμε όταν φθάσουμε στο παλάτι, λέει ο αρχιστράτηγος. Θα τα πάρεις με το παραπάνω. Και τώρα, πάμε. Βγάλε μας στη στεριά με τη βάρκα σου και όπως είπαμε: Πριν περάσουν έξι μήνες, τσιμουδιά.
Τους βγάζει μέσ’ στη νύχτα ο φτωχός ψαράς στη στεριά, φεύγουν.
✽
Περνάνε έξι μήνες. Πάει ο ψαράς στη στεριά. Δρόμο παίρνει, δρόμο αφήνει, ξεκινά για την μακρινή πρωτεύουσα.
Στο δρόμο, σ’ όσους τον ρωτούσαν, έλεγε που πηγαίνει και γιατί. «Όλοι τού ’λεγαν»:
— Μια και θα πας και θα δεις τον αφέντη το βασιλιά, να σου δώσουμε κι’ εμείς μια γραφή να του δώσης;
— Μετά χαράς, έλεγε ο ψαράς.
Κι’ ο καθένας τού ’δινε, ένα γράμμα για το βασιλιά. Κι’ όχι μόνο αυτό. Του λέγανε:
— Δρόμο έχεις πολύ! Έξοδα έχεις, πάρε κι’ αυτά τα χρήματα.
Προχωρώντας ο ψαράς, μάζευε γράμματα για το βασιλιά και χρήματα. Γίναν τόσα πολλά που αγόρασε με τα χρήματα μιαν άμαξα με δυο άλογα, κι’ έβαλε εκεί μέσα τα γράμματα. Μέχρι να φθάσει, η άμαξα είχε γιομίσει.
✽
Επί τέλους έφθασε… Ζήτησε να δη το βασιλιά. Του είπαν πως αυτό είναι αδύνατο.
Είπε πως έχει γράμμα από τον αρχιστράτηγο.
Επειδή ο αρχιστράτηγος ήταν στον πόλεμο, νόμισαν πως έφερνε πολύτιμα νέα και τον παρουσίασαν αμέσως στο βασιλιά. Είπε αυτός τότε και κουβάλησαν σωρό τα γράμματα που τούδιναν στο δρόμο.
Τ’ άφησε μπροστά στο θρόνο. Γονάτισε, διηγήθηκε στο βασιλιά πως βοήθησε τον αρχιστράτηγο και πως μάζεψε όλα εκείνα τα γράμματα. Ύστερα τού ’δωσε και το γράμμα του αρχιστράτηγου.
Τ’ ανοίγει ο βασιλιάς και διαβάζει:
«Αυτός ο κουτός ψαράς, νομίζει πως ο Θεός τού στέλνει λεφτά και ψάρια! Του παρουσιάστηκαμε κι’ εμείς για άνθρωποι του βασιλιά, του πήραμε ότι μάζεψε σ’ όλη του τη ζωή! Τώρα ο Θεός ας τού δώσει το νησί και το τρικάταρτο καράβι».
Γέλασε ο βασιλιάς.
— Ας δούμε και τα άλλα γράμματα που έφερες, λέει.
Κι’ αρχίζει να διαβάζει. Όσο διάβαζε όμως, τόσο γινόταν σοβαρότερος.
— Ολόκληρο θησαυρό μού ’φερες, του λέει. Αυτά τα γράμματα δείχνουν πόσο μ’ αγαπάει ο λαός μου, αλλά και πόσο υποφέρει από τους κακούς διοικητές μου. Ποτέ δεν θα μάθαινα την αλήθεια που μού έκρυβαν οι άνθρωποί μου, αν δεν σε ξεγελούσαν οι δυο αυτοί παλιάνθρωποι. Για την πίστη σου στο Θεό και για την υπηρεσία που μού ’δωσες, να, θα σου χαρίσω το νησί με φιρμάνι και θα σου δώσω και ένα τρικάταρτο καράβι. Και τα χρήματα που σου πήρε… ο ψευτο-αρχιστράτηγός μου, χιλιαπλάσια, θα σου τα δώσω…
✽
Έτσι, ο φτωχός ψαράς, που έκανε το σταυρό του πριν ψαρέψει, έγινε εν τέλει άρχοντας, με δικό του νησί, παντρεύτηκε κι’ μιαν αρχόντισσα κι’ έζησε αυτός καλά κι’ εμείς καλύτερα…
ΤΙΤΟΣ ΑΙΝΕΙΑΣ
Πείτε μας ηλικία, επίπεδο και στόχο — θα σας καθοδηγήσουμε χωρίς δέσμευση.
Αγγλικά, Γαλλικά και Ελληνικά για ξένους — με μικρά τμήματα και προσωπική καθοδήγηση.
Με αγάπη για τη γλώσσα και τον πολιτισμό.
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Αμπελόκηποι
Κονιάρη 39
210 603 9765
Παλλήνη
Λ. Μαραθώνος 103
694 856 5585
Δευτ.–Παρ. 09:00–21:00
Σάβ. 09:00–13:00
© 2026 Κέντρο Ξένων Γλωσσών Κοκκινέας · Πολιτική Απορρήτου · Cookies