ΜΙΑ ΦΟΡΑ κι’ έναν καιρό στους βράχους μιας απότομης όχθης ενός ορμητικού χειμάρρου, ήταν ένα μικρό «χωριουδάκι» άγριων ζώων.
Καθώς οι όχθες κατέβαιναν απότομα από το βουνό — που ο χείμαρρος κυλώντας αμέτρητα χρόνια τα ορμητικά νερά του είχε κόψει στη μέση — το πέρασμα των ανθρώπων ήταν αδύνατο και τα ζώα που ζούσαν στις σπηλιές και στις τρύπες της όχθης, ήταν ανενόχλητα και ήσυχα ως την ημέρα που ανάμεσα από τη φωλιά του Λύκου και της Αλεπούς, από ένα κλαδί μιας αγριοτριανταφυλλιάς άνθισε ένα μεγάλο ολοπόρφυρο τριαντάφυλλο.
Κοιμόταν η Αλεπού στη φωλιά της, όταν το άρωμα του τριαντάφυλλου έφθασε ως τα ρουθούνια της.
Νόμισε πώς βρισκόταν σε καμιά αυλή ανθρώπινου σπιτιού γιομάτη από γλάστρες, με ευωδιαστά λουλούδια. Τις ήξερε καλά αυτές τις αυλές των χωριάτικων σπιτιών, η κυρά-Μαργιά, γιατί τις νύχτες παραφύλαγε ν’ αρπάξει κανένα πουλερικό από το κοτέτσι, που πάντοτε υπάρχει, κάπου στο βάθος της αυλής, κοντά ή μαζί με το στάβλο με τα μεγάλα ήμερα ζώα του σπιτιού, που δεν πολυενδιέφεραν την Αλεπού.
Ξεπετάχτηκε, το λοιπόν, η Αλεπού έξω απ’ τη φωλιά της, συνεπαρμένη από τη μυρωδιά του τριαντάφυλλου. Μα προς μεγάλη της έκπληξη, βρήκε μπροστά στην αγριοτριανταφυλλιά τον κουμπάρο της τον Λύκο να κοιτάζει σαν απολιθωμένος, μ’ ορθάνοιχτα τα μάτια και τα ρουθούνια, το ολοπόρφυρο τριαντάφυλλο.
— Καλημέρα κουμπάρε Λύκο, του λέει ενοχλημένη για το πρωϊνό συναπάντημα η Μαργιά.
— Μεεέρααα, γρυλίζει ο Λύκος.
— Είδες, κουμπάρε μου, λέει η πονηρή, είδες ένα κοτζάμ τριαντάφυλλο που άνθισε… στην αυλή μου;
— Στην αυλή σου; Ποια αυλή σου; Στην αυλή μου, θες να πεις;
— Τώρα, άφησε τ’ αστεία, κυρ-Λύκαρε! Η τριανταφυλλιά φύτρωσε, είναι ολοφάνερο, στην αυλή μου… Κι’ έπειτα, ακούστηκε ένας Λύκος να τρώει τριαντάφυλλα και να έχει λεμονόχορτα σαν και τους ανθρώπους;
— Πώς το’πες αυτό, πονηροαλεπού; Έχει γούστο να πεις για εμένα που ξημεροβραδιάζομαι δίπλα από τα κοπάδια με τα πρόβατα και τους βοσκούς πως δεν ξέρω από ανθρώπινες συνήθειες!
— Αμ’ εγώ; Πού ξημεροβραδιάζομαι δίπλα στα σπίτια τους και μέσα στα κοτέτσια τους;
— Εμ’ τότε εσύ ξέρεις από κοτίσιες συνήθειες!
— Εμένα βρε γκριζοτρίχη λύκε, θα πεις πώς έχω συνήθειες των κοτών;
— Χάσου, αρκουδομούρη!…
Και δείχνει ο Λύκος τα μεγάλα δόντια του στην Αλεπού και η αλεπού του ορμάει και αρχίζουν τα δαγκώματα.
Είδε πως δεν τα βγάζει πέρα η Αλεπού και βάζει τις φωνές:
— Βοήθεια, αδερφοξάδερφα!
Πετάγονται απ’ τις σπηλιές της όχθης τ’ αδερφοξάδερφα της Αλεπούς, οι Αλεπάροι, τ’ Αλεπουδέλια, οι Νυφίτσες κι’ οι Αγριόγατες καί ορμούν στόν Λύκο.
Είδε τά σκούρα ο Λύκος, βάζει δυνατή φωνή:
— Βοήθεια, αδερφοξάδερφα!
Ξεπετάγονται απ’ τις σπηλιές της όχθης τ’ αδερφοξάδερφα του Λύκου, τα Λυκόπουλα, οι Τσακαλομάνες και τα Τσακαλάκια, κι’ αρχίζει αλεπουλυκομαχία…
Αντιλάλησε η άγρια λαγκαδιά απ’ τα αλυχτίσματα καί τα ουρλιαχτά, ώρες-κι’ ώρες…
Ακούνε οι κυνηγοί, λένε:
— Λυσσάξανε τα αγρίμια.
Αρπάζουν τα ντουφέκια τους, παίρνουν τα σκυλιά τους, φθάνουν στο χείλος στον γκρεμό της όχθης και καθώς βλέπουν κάτω ένα κουβάρι μπερδεμένο, Λύκους, Αλεπούδια, Νυφίτσες και Τσακάλια, αδειάζουν από πάνω τα ντουφέκια τους και τα κυνηγάνε:
— Μπούμ! Μπούμ! Μπούμ! Μπούμ! μπουουούμ!
Τρέχουν όλα μονομιάς και χώθηκαν ουρλιάζοντας βαθιά-βαθιά στις σκοτεινές φωλιές τους.
Φύγανε οι κυνηγοί, ησύχασε για λίγο η λαγκαδιά.
✽
Μόλις όμως άρχισε να σουρουπώνει, ακούστηκε το φοβερό ούρλιασμα τού Λύκου:
— Αύριο θα διώξω την Αλεπού κι’ όλα τ’ αδερφοξάδερφα της Αλεπούς! Το κόκκινο τριαντάφυλλο θα μείνει στου Λύκου την αυλή!
— Τ’ ακούσατε αδερφοξάδερφα;
— Τ’ ακούσαμεεε!
Ακούστηκαν αμέτρητες λυκοφωνές που φάνηκαν ατέλειωτες καθώς τις ξαναέστελνε η ηχώ από όχθη σε όχθη.
Έπειτα απάντησε η Αλεπού:
— Αύριο θα διώξω τον Λύκο κι’ όλα τ’ αδερφοξάδερφα του Λύκου! Το κόκκινο τριαντάφυλλο θα μείνει στης Αλεπούς την αυλή!
— Τ’ ακούσατε αδερφοξάδερφα;
— Τ’ ακούσαμεεε!
Ακούστηκαν αμέτρητες αλεπουφωνές που φάνηκαν ατέλειωτες καθώς τις ξαναέστελνε η ηχώ από όχθη σε όχθη.
✽
Νύχτωσε. Μαύρα μολυβένια σύννεφα κρύψανε τ’ αστέρια. Κεραυνοί αρχιζαν να λαμποκοπούν και να βροντούν στη γυμνή κορυφή του βουνού. Ο βοριάς θυμωμένος έσπρωχνε τα σύννεφα, βροχή και κεραυνούς και για ώρες τα ζώα τρομαγμένα χώσανε τα μουσούδια τους στα σκέλια τους και λούφαξαν.
Ώρες κι’ ώρες το μαύρο σκοτάδι της νύχτας το έδερνε η θύελλα. Η κοίτη του χειμάρρου γέμισε ως απάνω. Τα ορμητικά νερά του φθάσανε σύρριζα στις φωλιές των αγριμιών.
Κατά τα μεσάνυχτα ησύχασαν πάλι όλα. Τα σύννεφα φύγανε, τα αστεράκια ξαναβγήκαν στον ουρανό.
Τότε, τόλμησε να βγει κι’ η Κουκουβάγια από τη φωλιά της. Έκανε μια βόλτα πετώντας χαμηλά. Ύστερα, κάθησε πάνω σε ένα βράχο, κι’ άρχισε το μονότονο τραγούδι της. Έλεγε:
— Κακόμοιρα αγρίμια! Αγρίμια πού θελήσατε να μιμηθείτε τους ανθρώπους και να φαγωθείτε για πράγματα που σήμερα είναι κι’ αύριο δεν υπάρχουν!…
Πολλές φορές το’πε η Κουκουβάγια το τραγούδι της. Τ’ άκουσε ο Λύκος, τ’ άκουσε η Αλεπού.
Με το γλυκοχάραμα βγήκαν απ’ τις φωλιές τους. Κοιτάζουν, ούτε κόκκινο τριαντάφυλλο υπήρχε, ούτε η αγριοτριανταφυλλιά. Τα’χε ξερριζώσει ο ορμητικός χείμαρρος.
Κοίταξε ο Λύκος την Αλεπού κι’ η Αλεπού τον Λύκο.
— Καλημέρα κουμπάρε Λύκο, λέει η Αλεπού.
— Μέρααα, κουμπαρούλα, λέει ο Λύκος.
— Είδες τι άχρηστα πράγματα είναι τα τριαντάφυλλα;
— Ναι, κουμπαρούλα… Σήμερα είναι, αύριο δεν είναι…
— Λες να’ναι έτσι όλα τα πράγματα των ανθρώπων πού γι’ αυτά τσακίζονται και σκοτώνονται ολημερίς;
— Ξέρω κι’ εγώ, κουμπάρα μου; Κι’ έπειτα, πώς θα μάθω; Τι με νοιάζει; Εγώ είμαι ο Λύκος και πάω για κυνήγι…
— Καλό κυνήγι, το λοιπόν!
— Καλό κυνήγι!
Κι’ από τότε δεν ξανατσακώθηκαν ο Λύκος κι’ η Αλεπού και περάσανε καλά κι’ εμείς καλύτερα…
ΤΙΤΟΣ ΑΙΝΕΙΑΣ
Πείτε μας ηλικία, επίπεδο και στόχο — θα σας καθοδηγήσουμε χωρίς δέσμευση.
Αγγλικά, Γαλλικά και Ελληνικά για ξένους — με μικρά τμήματα και προσωπική καθοδήγηση.
Με αγάπη για τη γλώσσα και τον πολιτισμό.
ΕΠΙΚΟΙΝΩΝΙΑ
Αμπελόκηποι
Κονιάρη 39
210 603 9765
Παλλήνη
Λ. Μαραθώνος 103
694 856 5585
Δευτ.–Παρ. 09:00–21:00
Σάβ. 09:00–13:00
© 2026 Κέντρο Ξένων Γλωσσών Κοκκινέας · Πολιτική Απορρήτου · Cookies